|
ozgeorge
|
 |
« on: February 26, 2010, 02:19:25 AM » |
|
Για την Μ. Τεσσαρακοστή από Κατήχηση που έκανε ο Γέροντας Ιωσήφ στην Αδελφότητα της Μονής Βατοπαιδίου.
Αδελφοί και πατέρες, πλησιάσαμε στην περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής και η προσπάθειά μας για τη σωτηρία πρέπει να αυξηθεί και ποσοτικά και ποιοτικά, κατά το παράδειγμα των Πατέρων μας, που επιδίδονταν την περίοδο αυτή σε αυστηρότερη φιλοπονία και εσωστρέφεια. Πήγαιναν σε βαθύτερα και ησυχαστικώτερα μέρη της ερήμου και έκαναν διάφορες κακοπάθειες για να κατορθώσουν ακριβέστερη αυταπάρνηση, πράγμα που κι εμείς κατορθώνουμε με τη φιλαδελφία και ανεκτικότητα. Δεν είναι ανώτερη μορφή αυταπάρνησης η ανοχή των διάφορων παρενοχλήσεων, που προκαλεί καθημερινά η απροσεξία των αφελών και αδύνατων; Η περιεκτική κακοπάθεια της εγκράτειας, που το αυστηρό πρόγραμμα της περιόδου της Μ. Τεσσαρακοστής διδάσκει, ποιο άλλο σκοπό έχει παρά το να δαμάσει τις αισθήσεις και το νου;
Αν και η φιλοπονία της άσκησης και εγκράτειας ωφελούν, περισσότερο προάγουν στην καθαρότητα και το φωτισμό η ανοχή των εξευτελισμών από τους αδύνατους και αφελείς. Οι Πατέρες ορίζουν ότι η σιωπή, σε κάθε κόπο ή λυπη που συμβαίνει, είναι νίκη. Εφόσον όλα διοικούνται από την πρόνοια του Κυρίου μας και κανείς δεν μπορεί να κάνει κάτι, αν ο Θεός δεν το επιτρέψει, και επιπλέον και «αι τρίχες της κεφαλής πάσαι ηριθμημέναι εισί» (Ματ. ι, 30), τότε πως δικαιολογείται η έκφραση του «γιατί»;
Λέει ο αββάς Ησαΐας ότι εάν από μικροψυχία σε προσβάλλει ο πλησίον σου, μην ταραχθείς, αλλά βάστασέ τον. Εάν μετά ανακρίνεις τη συνείδησή σου, θα βρεις ότι συ έφταιξες και εξόφλησες το χρέος με τον πειρασμό που σου έγινε.
Δεν είναι ενοχή μόνο η πρακτική παράβαση και η εφαρμογή του παράλογου, αλλά και «τω ειδότι καλόν ποιείν και μη ποιούντι, αμαρτία αυτώ εστιν» (Ιακ. δ, 17). Η αμέλεια της προόδου προς την αρετή θεωρείται παράλειψη καθήκοντος. Το «κατ ευδοκίαν» θέλημα του Κυρίου μας είναι το «εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α Τιμ. β, 4). Και κατά φύση, κατά τη δημιουργία, το πήραμε και μετά το κληρονομήσαμε από τον ανακαινιστή μας, με την ανάπλασή μας. «Όσοι δε έλαβον αυτόν, έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι» (Ιω. α, 12). Αυτά όλα σημαίνουν ότι η ενάρετη ζωή και φιλοθεΐα δεν είναι θέμα εκλογής και προτίμησης, αλλά απόλυτου καθήκοντος. Να, λοιπόν, γιατί πληθαίνουν οι πειρασμοί και οι μάστιγες από τον προνοητή Θεό, στους παραβάτες που κοιμούνται και αμελούν.
Ευλογητός πάλι ο πανάγαθος προνοητής της σωτηρίας μας, που μας χάρισε το θεραπευτικό φάρμακο της διεστραμμένης μας γνώμης, την περιεκτική φιλοπονία, με την οποία ξεριζώνουμε την ολεθριότητα της μητέρας του θανάτου, φιληδονίας. Ετσι δεν χάνουμε τη Χάρη και ευλογία του σωτήρα μας Χριστού, που μας δίδαξε έμπρακτα τον τρόπο της εξυγίανσης και θεραπείας προσκαλώντας στην αδιάλειπτη άρση του τίμιου σταυρού, απο τον οποίο και η ανάσταση.
Η επιταγή της φιλαλληλίας και αυταπάρνησης για την επιτυχία του σκοπού μας, μας επιβάλλει να αναφέρουμε μερικά παραγγέλματα των Πατέρων, για το στηριγμό και την αφύπνισή μας.
Ο αββάς Κασσιανός, ένας από τους παλαιότερους Πατέρες της ιερής μας παράδοσης, αναφέρει στοιχεία από τα Τυπικά των αρχαίων κοινοβίων της Αιγύπτου. Μετά την απόλυση της Ακολουθίας δεν επιτρεπόταν σε κανένα μοναχό συνομιλία ή έξοδος από το κελλί του ή επίσκεψη σε άλλο αδελφό ή παραμέληση του εργόχειρού του ή γενικά το να περιφέρεται άσκοπα. Εάν στην αναμεταξύ τους διακονία συνέβαινε κάτι παράλογο ή λανθασμένο ή λεγόταν λόγος απρεπής ή κάποια κατηγορία, δεν επιτρεπόταν ποτέ να μεταφερθεί ή κοινοποιηθεί και στους άλλους για να μη σκανδαλιστούν, γιατί αυτό θα ήταν θάνατος ψυχικός. Ποια θέση θα είχε τότε το «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε» (Γαλ. στ, 2) και το «ανεχόμενοι αλλήλων εν σπλάγχνοις Χριστού» ; (Εφ. δ, 2, Φίλιπ. α, 8 ).
Ρώτησαν τον αββά Ποιμένα: «Ποιό είναι το έργο αυτού που θέλει να μείνει στο κοινόβιο;» και αυτός απάντησε: «Όποιος θέλει να μείνει σε κοινόβιο, πρέπει να αμεριμνήσει από κάθε συντυχία (συνομιλία) και από κάθε πράγμα και σύστημα». Αναφέρουν πάλι οι Πατέρες ότι κάθε διακονητής εντεταλμένος από το κοινοβιακό πρόγραμμα, οφείλει με επιμέλεια και με όλες τις δυνάμεις του να διακονεί, επειδή επιτελεί έργο Θεού, εφόσον όλα όσα υπάρχουν στη μονή είναι ιερά αναθήματα. Όποιος αμελεί υπόκειται στο επιτίμιο του ραθύμου. «Είτε ουν επιμελώς είτε αμελώς τις διακονεί, εις τον Θεόν ανατρέχει η διακονία αύτη». Μήπως και η Γραφή δεν μας διεγείρει, υπενθυμίζοντας ότι «επικατάρατος ο άνθρωπος ο ποιόν τα έργα του Κυρίου αμελώς» (Ιερ. λα, 10); Και ο Κύριός μας, μας προκαλεί στην πρόθυμη υποταγή και τήρηση του θείου θελήματος με υπόσχεση την αμοιβή της παναγάπης του. «Εάν» (προθύμως) «εμοί διακονεί τις, εμοί ακολουθείτω, και όπου ειμί εγώ, εκεί και ο διάκονος ο εμός έσται, και εάν τις εμοί διακονή, τιμήσει αυτόν ο πατήρ» (Ιω. ι6, 26). Και προκαλώντας μας να τον μιμηθούμε, μας υπενθυμίζει: «Εγώ δε ειμι εν μέσω υμών ως ο διακονών» (Λουκ. κβ, 27) και ότι «ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι και δούναι την ψνχήν αυτού λύτρον αντί πολλών» (Ματ. κ, 28 ). Τι να αναφέρουμε από τις παραγγελίες των Αποστόλων μας, που όλη τους η ζωή ήταν συνεχές μαρτύριο; «Εδραίοι γίνεσθε αδελφοί», λέει ο Παύλος, «αμετακίνητοι, περισσεύοντας εν τω έργω του Κυρίου πάντοτε, ειδότες ότι ο κόπος υμών ουκ εστι κενός εν Κυρίω» (Α Κορ. ιε, 58 ), « ου γαρ άδικος ο Θεός επιλαθέσθαι του έργου υμών και του κόπου της αγάπης ης ενεδείξασθε εις το όνομα αυτού, διακονήσαντες τοις αγίοις και διακονούντες» (Εβρ. στ, 10).
Πόσοι ασθενείς και γέροντες, δικοί μας και ξένοι καθημερινά μετέχουν στο έργο και τον κόπο μας; Πόσοι ξένοι επισκέπτες, που έρχονται από μακριά, ανακουφίζονται, τόσο υλικά όσο και πνευματικά, παρακολουθώντας τη δική μας ζωή και διδασκαλία, είτε μεμονωμένα, είτε ομαδικά στις συνάξεις μας!
Οι Απόστολοι του Κυρίου μας, μετά την ευλογία της Χάρης των πύρινων γλωσσών κατά την Πεντηκοστή, επιδόθηκαν στη διακονία και μετέβαλαν την κοινωνία των πιστών σε πραγματικό κοινόβιο. Και μετά την αποστολή τους για κήρυγμα στα διάφορα έθνη, δεν ξεχνούσαν την προσφορά τους στσύς πιστούς και μάλιστα σ όσους είχαν ανάγκη. Ο Παύλος λέει για τον έαντό του: « Νυνί δε πορεύομαι εις Ιερουσαλήμ διακονών τοις αγίοις» (Ρωμ. ιε, 25), αλλά «σνναγωνίσασθαί μοι εν ταις προσευχαίς... ίνα η διακονία μου... ευπρόσδεκτος γένηται τοις αγίοις» (Ρωμ. ιε, 30, 31).
Χρειάζεται πάντως προσοχή να μην παρασυρθεί ο διακσνητής από τις ποικίλες αιτίες και αφορμές, που τον περιβάλλουν. «Φρόνιμος μοναχός», λέει ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος, «αποστελλόμενος εις διακονίαν, την εαυτού ψυχήν θήσει περί της ειρήνης». Δεν θα μεταφέρει, δηλαδή, κατά την επιστροφή του λόγια, απ. όσα είδε η άκουσε, που θα προκαλέσουν ταραχή.
Όλη η απασχόλησή μας στην εξωτερική διακονία, αν και ωφέλιμη, δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ανήκει στην πρακτική μορφή της πνευματικής μας άθλησης και πρέπει με τη νηφαλιότητα και προσοχή μας να μας γίνει «θεωρίας επίβασις», είσοδος στην πνευματικώτερη ζωή και διακονία, στην οποία η κάθαρση και ο φωτισμός. Η νέκρωση του παλαιού ανθρώπου, του νόμου της διαστροφής και του παράλογου είναι αναγκαία, για να δοθεί θέση στα πνευματικά χαρίσματα και στον αγιασμό, χωρίς τον οποίο «ουδείς όψεται τον Κύριον» (Εβρ. ιβ, 14).
Η, κατά το δυνατό, τήρηση και εφαρμογή της πρακτικής, δαμάζει τα πάθη και υποτάσσει τις αισθήσεις, στη διακονία μόνο της χρείας (ανάγκης). Ετσι παραμερίζεται η πολύμορφη επιθυμία, που ως άλλη μυθική Κίρκη παραμορφώνει τους οπαδούς της σε κάθε είδους κτηνώδη και θηριώδη μορφή. Όταν, με τη Χάρη, αυτή η ευταξία επιβληθεί, τότε ξυπνά ο νους από το λήθαργο της αναισθησίας. Ο νους, με τη συνεργασία της Χάρης, που δίκαια αποκτήθηκε, προκαλεί την κάθαρση της καρδιάς, απ όπου γεννιούνται τα ίδιώματα της θεοείδειας. «Μακάριοι», όντως, «οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματ. ε, 8 ), επειδή «έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι» (Ιω. α, 12).
Αυτός είναι ο λόγος, αδελφοί και πατέρες, που συνεχώς επιμένω να σας παρακινώ να μη νυστάζετε, να μην αμελείτε, να μη βαρύνεσθε, γιατί «ουκ άξια τα παθήματα» των μικρών μας αγωνισμάτων «προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι» (Ρωμ. η, 18 ).
Δύσκολο είναι να δείξουμε λίγη φιλοπονία, για να πειθαρχήσουμε στο μοναχικό μας πρόγραμμα, κερδίζοντας έτσι τη θεία παναγάπη και τη μερίδα του κλήρου των αγίων, τη στιγμή που οι άνθρωποι μέσα στην κοινωνία κοπιάζουν περισσότερο πολλές φορές για μικρή άνεση; Δεν γίνεται από μας σήμερα για πρώτη φορά η προσπάθεια για τη σωτηρία, αλλά είναι πάντοτε νόμος και κανόνας της εδώ εξορίας μας. Ποιό άλλο δρόμο ακολούθησαν όσοι ευαρέστησαν το Θεό, «από καταβολής κόσμου», δίκαιοι, προφήτες, απόστολοι, μάρτυρες, ομολογητές και τα νέφη των οσιώτατων Πατέρων, τους οποίους προσπαθούμε να αντιγράψουμε;
«Δουλεύσατε τω Κυρίω εν φόβω και αγαλλιάσθε αυτώ εν τρόμω» (Ψαλμ. β, 11), λέει η Γραφή, που αναφέρεται στη δική μας ζωή, ως θείας διακονίας, ως ευχαριστιακής και δοξολογικής αναφοράς, αφού όλα ανήκουν στο Θεό, και εμείς και όλες μας οι προθέσεις και κινήσεις. Ως λειτουργικά όντα που είμαστε, το μεγαλύτερο μέρος της δικής μας πνευματικής διακονίας είναι η προσευχή και η ψαλμωδία. Σ αυτόν το σκοπό περισσότερο προσκαλούν οι Πατέρες. Η ψαλμωδία, κατά τη Γραφή, είναι διακονία των ουράνιων δυνάμεων, που περικυκλώνουν και λειτουργούν αδιάλειπτα το Θεό, κατά το «αινείτε τον Κύριον εκ των ουρανών, αινείτε αυτόν πάντες οι άγγελοι αυτού και πάσαι αι δυνάμεις αυτού» (Ψαλμ. ρμη, 1, 2). Στους μοναχούς αρμόζει το «οι φοβούμενοι τον Κνριον αινέσατε αυτόν άπαν το σπέρμα Ιακώβ δοξάσατε αυτόν» (Ψαλμ. κα, 23). Η ψαλμωδία στο βάθος είναι «θυσία αινέσεως» και ενδελεχισμού, κατά το «θυσία αινέσεως δοξάσει με» (Ψαλμ. μθ, 23). Η Γραφή μας παρακινεί συνεχώς στο λειτουργικό αυτό καθήκον: «Ψάλατε τω Θεώ ημών ψάλατε• ψάλατε τω βασιλεί ημών ψάλατε• ψάλατε συνετώς, καλώς ψάλατε αυτώ εν αλαλαγμώ. Αγαλλιάσονται τα χείλη μου όταν ψάλω σοι, η ψυχή ην ελυτρώσω. Εγώ άσομαι και ψαλώ εν τη δόξη μου, ότι εθερμάνθη η καρδία μου εντός μου και εν τη μελέτη μου εκκαυθήσεται πυρ. Ούτως ευλογήσω σε εν τη ζωή μου και εν τω ονοματί σου αρώ τας χείρας μου» και όντως «τον χειμάρρουν της τρυφής αυτού ποτιεί τους ψάλλοντας αυτώ» (Ψαλμοί Δαυΐδ).
Αυτά τα ανέφερα, για να ερεθίσω τη φιλόθεη διάθεσή σας στο τόσο υψηλό πνευματικό καθήκον, για να μη σας υποκλέπτει η αδιαφορία και η αμέλεια. Πολύ μεγάλη Χάρη βρίσκεται σ αυτήν τη διακονία, για όσους με ευλάβεια και προσοχή την εκτελούν, μεταφερόμενοι από τον υλικό αυτόν κόσμο στη θέση των «ασωμάτων δυνάμεων».
Εάν ο Κύριός μας «εκ στόματος νηπίων», στην κακία, «καταρτίζει αίνον», ώστε με την υμνολογία να καταργήσει τον εχθρό και εκδικητή διάβολο, πως εμείς με ραθυμία, νυσταγμό και αμέλεια εκτελούμε αυτό το καθήκον; Εάν ο άδικος καταχραστής της θείας ευσπλαγχνίας παραδόθηκε στους βασανιστές μέχρι να εξοφλήσει το χρέος του, πόση τιμωρία και εξευτελισμό θα υποστεί ο μοναχός που αμελεί τη διακονία της ευχαριστίας και δοξολογίας; Κατά τους Πατέρες μας, ο σπουδαιότερος λόγος της εγκατάλειψης της Χάρης, μαρασμού της θέρμης και της ευλάβειας, οφείλεται στην αμέλεια και περιφρόνηση της προσευχής και της ψαλμωδίας. Γι αυτό ας «νήφωμεν, γρηγορώμεν» (Α Θεσ. ε, 8 ) και βιαζόμαστε, για να μη βρει «εν ημίν τοπον ο εχθρός ημών διάβολος».
|